Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Οικογενειακά θέματα

Εφτά παιδιά, τρεις μανάδες, ένας παππούς, μια γιαγιά. Τρεις πατεράδες, επισκέπτες στο χωριό, έτσι για λίγο, όσο η δουλειά το επέτρεπε.

Εφτά παιδιά με διαφορά σχεδόν 15 χρόνια το μικρότερο από το μεγαλύτερο που αν το δεις από μακριά ίσως να μη δένει, τα κομμάτια να μην  ταιριάζουν.

Αλλά πώς γίνεται γαμώτο και κάθε φορά που τραβιούνται σα μαγνήτες μεταξύ τους .... τσουπ φτιάχνουν μια εικόνα. Τσαλακωμένη θα πεις, άκυρη πολλές φορές, ντυμένη με γέλιο, με δάκρυ, με θλίψη, με χαρά, με ευτυχία, με δυστυχία, με πόνο, με γιατρειά. Κουκουλωμένη με σκέψεις άπειρες, με προβλήματα τόσο μπερδεμένα, με θέματα τόσο βαριά. Με τόσο πολύ "διαφέρω" μέσα της. Με τόσα χρώματα να την πνίγουν, με τόσα λόγια να τη γεμίζουν. Με τόσα πολλά "υλικά" που φτάνει στο τέλος να φτιάχνει μια εικόνα τόσο τέλεια που τρομάζει.

Μια εικόνα μέσα σε μια κορνίζα από εκείνες τις παλιές, τις ρετρό, με τη δαντέλα γύρω γύρω από ασήμι, με τα περίτεχνα σχεδιάκια που φαντάζει μπιτ κιτς, αλλά οι μεγάλοι θα την λάτρευαν. Και εκείνα τα παιδιά μέσα, μεγάλοι άνθρωποι πια, ακόμα πιο διαφορετικοί, ακόμα πιο φορτωμένοι, ακόμα πιο προβληματισμένοι.

Εκεί στην κορνίζα, άλλος να κοιτάει αριστερά, άλλος δεξιά, άλλος πάνω, άλλος κάτω.

Όχι δεν έχει "σπάσει" τόσα χρόνια, όχι ότι δεν έχει πέσει κάτω, ότι δεν έχει γίνει θρύψαλα, αλλά ως δια μαγείας, τη μια αυτό που σπάει είναι το τζάμι που την καλύπτει να μη σκονιστεί. Και απλά το αλλάζουμε. Την άλλη σπάει η κορνίζα, και εκείνη την αλλάζουμε. Κάποτε πετιέται στον αέρα, σκορπίζεται στους πέντε ανέμους, άλλο κομμάτι από δω, άλλο από κει, άλλο ψηλά, άλλο χαμηλά, κι ύστερα ν , δεν ξέρω πως, έτσι ξαφνικά, σαν μια ρουφήχτρα να τα τραβάει ενώνονται και πάλι, και φτιάχνουν και πάλι μια εικόνα, χιλιοταλαιπωρημένη, χιλιομαραζωμένη, αλλά όμορφη.

Εικόνα αναλλοίωτη στην ουσία της, ακόμα κι αν οι μορφές αλλάζουν θέση, αλλάζουν ύφος, αλλάζουν στάση, αλλάζουν ηλικία, μαλλιά, σωματότυπο.

Κι ύστερα τρυπώνουν στην εικόνα κι άλλα πρόσωπα, άλλα περαστικά, άλλα αδιάφορα, άλλα αόρατα σχεδόν, ανύπαρκτα θαρρείς κι άλλα τέλος τόσο ταιριαστά, που νομίζεις ότι αυτά ακριβώς έλειπαν για να συμπληρώσουν μια τέλεια, τσαλακωμένη εικόνα. Μια δυο ψυχές που να ... ήρθαν και κόλλησαν και εκεί θα μείνουν. Κι άλλες ψυχούλες μικρές, κοριτσίστικες και αγορίστικες, χαμογελαστές, δικές τους, γεννημένες από εκείνα τα παιδιά, παιδιά δικά τους. Και το παζλ να ... μοιάζει να ΄χει σχεδόν ολοκληρωθεί. Οι εφτά είναι πια 17.

Η πιο όμορφη εικόνα, κι ας είναι λίγο σχισμένη στην άκρη, κι ας είναι λίγο μουτζουρωμένη, κι ας είναι λίγο νωπή (.. είναι που τα δάκρυα, της χαράς ή της λύπης αργούν να στεγνώσουν). Κι έχει πίσω ένα πέτρινο σπίτι, εκεί κάπου σ΄ ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα, με ποδήλατα να τρέχουν, στο δρόμο, με γόνατα ματωμένα, με μαλλιά αχτένιστα, με πόδια ξυπόλητα. Το Βλυχό! Ξεχωρίζει, το αναγνωρίζεις, φόντο πίσω στο παζλ, πίσω από τις κεντρικές φιγούρες.

Σημείο αναφοράς. Σημείο γκρίνιας, σημείο αγάπης, σημείο γέλιου, σημείο με καυτερές ατάκες να αιωρούνται στον αέρα ... κι εκείνη η παλιά κατάρα της θειας ....που ποιος ξέρει αν είναι αλήθεια. Αλλά και τι μας νοιάζει ...

Εμείς είμαστε καλά, ακόμα κι αν δεν είμαστε, είμαστε εδώ και σε πείσμα όλων θα φτάσουμε ως το τέρμα και θα το γλεντήσουμε με κλαρίνα και μπουζούκια και κιθάρες και με φωνές αηδονιών δικών μας. Και θα μπλέξουμε τα δημοτικά με τα λαϊκά και τις ροκιές γιατί έτσι μας αρέσει.


Το λοιπόν ....να συντονιστούμε παρακαλώ! Πάμε!







Απ΄τις φωτογραφίες λείπει το ένα από τα 7+2. 





Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Κι ένας παλιὸς ανεμόμυλος λησμονημένος απ᾿ όλους


 "Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ᾿ όλους ...

          ... Με μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του ..."

στην "Αμοργό" του Γκάτσου.


Και στη Λευκάδα τη δική μας τι;

Τι στ΄ αλήθεια να κάνουν οι ανεμόμυλοι στο νησί μας; Πώς να κυλάει ο χρόνος για κείνους, ο χρόνος που περνά τόσο γρήγορα "σαν ίσκιος πουλιών" *; Πώς αντέχουν να στέκονται βουβοί, λησμονημένοι απ΄ όλους;

Έχω δει κάποιους. 
Στις κορφές των λόφων γύρω από τα χωριά, σε ανοίγματα - περάσματα του αέρα, που σαν ξεκίναγαν μαζί του να μιλούν, τότε, παλιά, σταματημό δεν είχαν.


Στέκονται εκεί ακίνητοι γίγαντες, γερασμένοι και πληγωμένοι, αμίλητοι, καμπουριασμένοι, με τα μέλη τους κομματισμένα τριγύρω, να βαστούν δεκανίκια σαθρά που τρέμουν, χωρίς να ΄χουν δύναμη να σταθούν, χωρίς να ΄χουν κουράγιο να ορθωθούν, χωρίς να ΄χουν ψυχή να φωνάξουν, να υπενθυμίσουν την παρουσία τους, να φανούν, να "ζήσουν".
Γιατί φυσικά δεν ζουν πια,  απλά υπάρχουν αφημένοι εκεί, ανάμεσα στα χορτάρια που θεριεύουν γύρω τους, και μέσα τους και πάνω τους. Που σιγά σιγά τους ρουφούν την ενέργεια, που τους στερούν την ίδια τους την ύπαρξη καθώς μεγαλώνουν και αγκαλιάζουν εγωιστικά τα σακατεμένα κορμιά τους, να τα πνίξουν θαρρείς, να τα εξαφανίσουν από προσώπου γης.



Οι δικοί μας ανεμόμυλοι εδώ, δεν μπορούν να ράψουν τα πανιά τους. Η βελόνα από δελφίνι, δεν έχει χρήση πια και χάθηκε θαμμένη στο χώμα και στις πέτρες.
Τα πανιά τους αφέθηκαν στον άνεμο που τα παρέσυρε σε άλλους κόσμους, καλύτερους ίσως και έμειναν πίσω γυμνά τα φτερά τους. Και γυμνά τα καημένα, έπεσαν, κόπηκαν, χάθηκαν. Δεν πετούν πια. Ούτε τον ονειροπαρμένο Δον Κιχώτη, δεν θα τρόμαζαν πια, δεν θα ΄βλεπε σ΄ αυτούς γίγαντες με απλωμένα χέρια, αλλά κουφάρια από πέτρες, χωρίς χέρια και θα ΄φευγε, χωρίς να τους ρίξει ούτε μια τόση δα ματιά.


Μα εκείνοι παραμένουν γίγαντες, άμορφοι και κουρασμένοι.
Που  κρυώνουν και τρέμουν από την παγωνιά. Ακόμα και το κατακαλόκαιρο, όταν ο ήλιος ρίχνει ανελέητα τις καυτές κόρες του επάνω στο κορμί τους, εκείνοι τρεμουν από το κρύο. Μα πώς να ζεσταθούν; Με τι φτερά να αγκαλιάσουν το κορμί τους, με τι φτερά να κινηθούν να ζεστάνουν το "αίμα" τους; 


Όπως κάθε τι παλιό, κάθε τι ερειπωμένο και μονάχο τους ανεμόμυλους του νησιού μου τους αγαπώ. Δεν έχω προλάβει να τους γνωρίσω όλους, λίγους μονάχα. Και σε όλους έχω ακουμπήσει δειλά το χέρι μου επάνω τους, για να νιώσω, να "ακούσω" αν τους έχει απομείνει καρδιά να χτυπά. Και κάθε φορά που "έπιανα" εκείνο το ανεπαίσθητο χτύπο της, ηρεμούσα κι έφευγα από φόβο μήπως κι η παρουσία μου δίπλα τους, τους τάραζε και άθελά μου αντί καλό, να τους κάνω κακό.

Ως πότε θα μένουν έτσι λησμονημένοι, ως πότε θα περιμένουν μόνο το θάνατο κι αυτός ακόμα να τους τυραννά για χρόνια πριν έρθει;



Μετά διάβασα κι αυτό, ότι σε ένα νησί του Αιγαίου, τη μακρινή Αστυπάλαια, ένας τέτοιος λησμονημένος γίγαντας, ξύπνησε από τη λήθη του και μεταμορφώθηκε σε κάτι όμορφο, σε βιβλιοθήκη. Ενώ κάποιος άλλος παραπέρα στο ίδιο νησί, έγινε για λίγες μέρες σπίτι για μαριονέτες. Και κάποιος τρίτος, πήρε λίγο πιο ... βαρετό ρόλο, σαν γραφείο πληροφοριών του Δήμου, αλλά παραμένει έστω και έτσι, ζωντανός.

Και μετά κάπου διάβασα ότι οι ανεμόμυλοι στη Λήμνο ετοιμάζονται να γίνουν Μουσείο Αλέσης.
Και για κείνον στην Πάρο που έγινε Art Gallery. Και για τους άλλους στη Μύκονο που αποτελούν πόλο έλξης, ντυμένοι στα καλά του και για άλλους και για άλλους .... 

Κι έπειτα έτρεξα σε εκείνες τις χιλιάδες κακοπαρμένες φωτογραφίες μου από το νησί για να ψάξω να βρω τους δικούς μας. 



Και βρήκα όσους είχα ... απλά λησμονημένους.




Ο Πανταζής Κοντομίχης αναφέρει ότι ανεμόμυλοι υπήρχαν στην Γύρα (7), στην Καρυά (4), στον Κάβαλο (2), στο Πινακοχώρι (2), στο Σπανοχώρι (1), στην Εγκλουβή (4), στην Εύγηρο (1), στον Άγιο Πέτρο (1), στο Μεγανήσι (6), στον Αλέξανδρο (2), στο Πλατύτομα (1), στο Δρυμώνα (1), στον Άγιο Νικήτα (1), στο Μαραντοχώρι (1). Συνολικά 34.


Και εδώ ένα παραμύθι που κάποιος από αυτούς τους μύλους μου είχε ψιθυρίσει κάποτε.

* Ελύτης

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

... να πηγαίνω στο σχολειό ... Μια νοσταλγική βόλτα στα σχολεία του νησιού



Αρχή εβδομάδας, αρχή σχολικής χρονιάς. Και όλα σα ν΄ αλλάζουν.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν νωρίς στο σπίτι τους το προηγούμενο βράδυ Κόπασαν οι γειτονιές από τις φωνές τους. Το σκοτάδι απλώθηκε πιο νωχελικό, τύλιξε τρυφερά τα σπίτια.
Θα ξυπνήσουν νωρίς βλέπεις. Κι όσο να ΄ναι θα δυσκολευτούν, μετά τα καλοκαιρινά πρωινά χουζούρια που έφταναν να μεσημεριάζουν.


 Τούτο το πρωινό θα ΄ναι αλλιώτικο. Το πρωινό του αγιασμού.
Θα μαζευτούν οι παρέες πάλι στη σχολική αυλή, θα καλημερίσουν με κατεβασμένο το κεφάλι, τάχα ντροπαλά, τους δασκάλους, θα κοιτάξουν με περιέργεια τους μαθητές της πρώτης τάξης, θα συνειδητοποιήσουν ότι μεγάλωσαν ένα χρόνο.


Θα μαζευτούν στην σειρά τους, στην ομάδα της τάξη τους. Θα υποκύψουν στο: "σςςςςς!" των δασκάλων, των γονιών και του παπά. Αλλά θα κοιτούν το παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα, τα φύλλα των δέντρων που αχνοπαίζουν στο φθινοπωρινό αεράκι, θα ρίξουν μια ματιά στο αγόρι ή το κορίτσι που στο πέρασμα του χτυπάει λίγο γρηγορότερα η καρδιά, σε όποια ηλικία και να είναι πάντα υπάρχει αυτό το αγόρι ή το κορίτσι. Και φυσικά δεν θα καταλάβουν γρι από τα λόγια του παπά, ούτε θα τα ακούσουν καν, αλλά θα κάνουν υπομονή και ησυχία μέχρι να τελειώσουν οι ευχές, και να δροσιστούν με το ράντισμα του αγιασμού πάνω από τα κεφάλια τους.


Η ευωδιά του βασιλικού, τα γέλια καθώς το αγιασμένο νερό θα πέφτει στα κεφάλια τους, τα "καλή χρονιά" που θα αντηχούν γύρω τους, θα γίνουν ένα.
Η μυρωδιά των βιβλίων, η μεγάλη σάκα που όμως δεν θα τα χωρέσει, τα μολύβια, το καρδιοχτύπι στα πρωτάκια, η αγωνία για το πώς θα πάει η χρονιά, θα είναι η συντροφιά τους εκείνες τις πρώτες ημέρες.


 Κι ύστερα θα μπουν στις τάξεις.
Τα σχολεία θα ξυπνήσουν από τη θερινή ραστώνη και θα πάρουν πάλι ζωή, θα ακουστεί η καρδιά τους να χτυπά ξανά, θα βρεθεί σε εγρήγορση το μυαλό τους. Από άψυχα κτίρια, θα γίνουν ζωντανοί οργανισμοί, και θα βαδίσουν παρέα, θα γίνουν ένα με τις δεκάδες ψυχούλες που κρατούν σφιχτά στην αγκαλιά τους για τόσους μήνες.


Μα ... κάποια σχολεία θα παραμείνουν σιωπηλά αυτή την πρώτη μέρα. Και την επόμενη, και την μεθεπόμενη. Κι όλο το χειμώνα. Όλο το χρόνο θα τα βασανίζει η σιωπή.

Κάποια σχολεία παραμένουν σιωπηλά χρόνια τώρα.
Ποτέ ξανά, το πιθανότερο, να μην ξανανιώσουν τα πόδια των μαθητών τους να ανεβαίνουν τα σκαλιά τους.
Ποτέ ξανά δεν θα ακούσουν τις χαρούμενες φωνές τους να γεμίζουν το χώρο.
Ποτέ ξανά δεν θα ακούσουν το κουδούνι να τα καλεί στις τάξεις τους.
Ποτέ ξανά δεν θα ακουστεί η καρδιά τους.


Κάποια, περισσότερο τυχερά, ίσως μπορέσουν και έστω με τεχνητή καρδιά, να καταφέρουν να ζήσουν. Με άλλη μορφή, με άλλο σκοπό, με άλλη ουσία. Μα τι να το κάνεις;
Αν ένα σχολείο δεν έχει μέσα του παιδιά, αν ένα σχολείο δεν παίρνει οξυγόνο από τις παιδικές ανάσες, δεν ακούει τις καρδιές των μαθητών του, δεν είναι παρά ένα φάντασμα, καταδικασμένο να στέκει, όσο ο χρόνος και οι συνθήκες του επιτρέπουν, μέχρι να το πάρε ο άνεμος και να το σκορπίσει.
Κι είναι πολλά αυτά τα σχολεία στο νησί μας. Είναι πολλά αυτά που πια δεν άκουσαν το πρώτο κουδούνι της χρονιάς, και που παραμένουν κουφάρια άδεια, κενά, λυπημένα.

Σημείωση:

Οι φωτογραφίες είναι από τα καλοκαίρι του 2014 - 2015.
Κάποια από τα σχολεία των χωριών της Λευκάδας, έχουν αλλάξει εντελώς χρήση, όπως το σχολείο της Κοντάραινας, που φιλοξενεί την Πυροσβετική, ή το σχολείο του Πόρου που έχει μετατραπεί σε κατοικία, το σχολείο στον Κάβαλο ή την Καρυά που φιλοξενούν μουσεία.
Κάποια άλλα έχουν δοθεί στους πολιτιστικούς συλλόγους στων χωριών που προσπαθούν να τα αναστηλώσουν και να τα μετατρέψουν σε πολιτιστικά κέντρα ή βιβλιοθήκες ή απλά να τα σώσουν από την κατάρρευση.
Κάποια άλλα στέκουν ξεχασμένα, ετοιμόρροπα.